βαστακτής

βαστακ-τής, οῦ, ,
A bearer, porter, Gloss.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαστακτοῦ — βαστακτής bearer masc gen sg βαστακτός borne masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαστακτῇ — βαστακτής bearer masc dat sg (attic epic ionic) βαστακτός borne fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαστακτῶν — βαστακτής bearer masc gen pl βαστακτός borne fem gen pl βαστακτός borne masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαστακτά — βαστακτά̱ , βαστακτής bearer masc nom/voc/acc dual βαστακτής bearer masc voc sg βαστακτής bearer masc nom sg (epic) βαστακτός borne neut nom/voc/acc pl βαστακτά̱ , βαστακτός borne fem nom/voc/acc dual βαστακτά̱ , βαστακτός borne fem nom/voc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ματαιοβαστάκτης — ματαιοβαστάκτης, ὁ (Α) αυτός που λέει ανοησίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < μάταιος + βαστακτής (< βαστάζω), πρβλ. φορτο βαστάκτης] …   Dictionary of Greek

  • φορτοβαστάκτης — ὁ, Μ αχθοφόρος, βαστάζος. [ΕΤΥΜΟΛ. < φόρτος + βαστακτής (< βαστάζω)] …   Dictionary of Greek

  • βαστακτέα — βαστακτέον one must bear neut nom/voc/acc pl βαστακτέᾱ , βαστακτέον one must bear fem nom/voc/acc dual βαστακτέᾱ , βαστακτέον one must bear fem nom/voc sg (attic doric aeolic) βαστακτέος one must bear neut nom/voc/acc pl βαστακτέᾱ , βαστακτέος …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.